19 Οκτωβρίου 2014

Χορείες Χώρων, του Georges Perec


"Ζωή είναι το να περνάς από τον ένα χώρο στον άλλον, προσπαθώντας (όσο μπορείς) να μη σκοντάφτεις. (Σελ. 14)

"Περιγράφω τον χώρο: τον ονοματίζω, τον χαράζω, όπως εκείνοι οι παλιοί χαρτογράφοι που γέμιζαν τις ακτές με ονόματα λιμένων, με ονόματα ακρωτηρίων, με ονόματα όρμων, ώσπου, στο τέλος, η ξηρά να χωρίζεται απ' τη θάλασσα μόνο με μια συνεχή λωρίδα κειμένου." Σελ. 22

"Ευτυχισμένος είναι όποιος μπορεί και κοιμάται δίχως φόβο
και δίχως τύψεις
στο πατρικό κρεβάτι, το γερό και λατρευτό,
όπου γεννήθηκαν και πέθαναν όλοι οι δικοί του.
Jose-Maria de Heredia (Τρόπαια)"
(σελ. 28)

"Υπάρχουν πίνακες επειδή υπάρχουν τοίχοι. Πρέπει να μπορούμε να ξεχνάμε ότι υπάρχουν τοίχοι, και δεν έχει βρεθεί τίποτα καλύτερο από τους πίνακες. Οι πίνακες σβήνουν τους τοίχους. Όμως οι τοίχοι σκοτώνουν τους πίνακες. Συμπέρασμα: πρέπει ν' αλλάζουμε συνεχώς είτε τοίχο είτε πίνακα, να προσθέτουμε συνεχώς πίνακες στους τοίχους, ή πηγαίνουμε συνεχώς τον ίδιο πίνακα από τοίχο σε τοίχο." Σελ. 57

"(χωρίς να το θέλεις, σημειώνεις μόνο το αξιοπερίεργο, το ασύνηθες, το θλιβερά εξωτικό, ενώ θα 'πρεπε να κάνεις το ακριβώς αντίθετο)" Σελ. 75

"Συχνά, απ' αυτές τις πόλεις που επισκέπτεσαι ακροθιγώς, κρατάς μιαν ανάμνηση απροσδιόριστης γοητείας: την ίδια την ανάμνηση της αναποφασιστικότητάς σου, των διστακτικών βημάτων σου, του βλέμματός σου που ποτέ δεν ήξερε που να στραφεί και που το συγκινούσε οτιδήποτε..." Σελ. 89

""Μάγκες, μας ανακάλυψαν!"
(ένας ινδιάνος, βλέποντας να πλησιάζει ο Χριστόφορος Κολόμβος)." Σελ. 104

"...βλέπει μόνο ό,τι συναντά: χώρος είναι αυτό στο οποίο σταματά το βλέμμα, αυτό πάνω στο οποίο προσκρούει η όραση: το εμπόδιο..." Σελ. 111

"Διάβασα πρόσφατα ότι κάποτε, στην Αγγλία, μια επιστολή είχε ταχυδρομηθεί με μοναδική διεύθυνση προορισμού ένα γεωγραφικό πλάτος κι ένα γεωγραφικό μήκος." Σελ. 114

"Παίξε με τις μονάδες μετρήσεως: εξοικειώσου πάλι με τα πόδια και τις λεύγες (έστω και μόνο για να διαβάζεις πιο άνετα Stendhal, Δουμά ή Ιούλιο Βερν)..." Σελ. 117

18 Οκτωβρίου 2014

Αμόκ και άλλες νουβέλες, του Stefan Zweig


"Λες και τ' άστρα δεν ήταν παρά τρυπίτσες και σχισμάδες στο μαύρο βελούδο, απ' τις οποίες περνούσε κλεφτά η απερίγραπτη φεγγοβολή." Σελ. 13

"Τρώγομαι να καταλάβω, η ανάγκη να διακρίνω αιτίες και συσχετισμούς κυλάει στις φλέβες μου." Σελ. 19

"...ήξερα ότι τίποτα δεν με σκλαβώνει στο θέλημα μιας γυναίκας περισσότερο απ' αυτή την ψυχρή κι αγέρωχη αλαζονεία." Σελ. 38

"Ήξερα..Δηλαδή μου ήρθε άθελά μου στο μυαλό η εικόνα, ολοκάθαρη, με κάθε φριχτή λεπτομέρεια: Πως αυτή η Ψυχρή, αυτή η Αγέρωχη, αυτή η Παγωμένη, που ανασήκωνε ενοχλημένη τα φρύδια πάνω από τ' ατσάλινα μάτια της, επειδή τολμούσα να της αντισταθώ...ν' αμυνθώ με το βλέμμα μου, αυτή η ίδια δυο-τρεις μήνες νωρίτερα είχε κυλιστεί στο κρεβάτι με κάποιον άντρα, γυμνή σαν ζώο κι ίσως βογκώντας από ηδονή, και τα κορμιά τους είχαν ενωθεί σφιχτά σαν δυο χείλη..." Σελ. 44

"Ήταν σαν έκρηξη, τόσο ξαφνικό, τόσο βίαιο, τόσο τρομερό αυτό το περιφρονητικό της γέλιο, που θα μπορούσα ... ναι, θα μπορούσα να πέσω κατάχαμα μπροστά της και να της φιλήσω τα πόδια." Σελ.47

"Περίμενα σαν να έτρεχα ίσια μπροστά στις ώρες και στα λεπτά, χωρίς να βλέπω ούτε δεξιά ούτε αριστερά, χωρίς να σκέφτομαι, περίμενα με μανιασμένο, ζωώδες, τρελό πείσμα." Σελ. 69

""Σύνορο;" Ο Ρώσος κοίταξε σαν χαμένος. Δεν την ήξερε τη λέξη. "Θα το κολυμπήσω" είπε, τέλος, με το αλλόκοτο ταπεινό του πείσμα." Σελ. 106

"Μοναδική της χαρά ήταν το χρήμα, τα κουδουνιστά λεφτουδάκια που μάζευε με την ενστικτώδη απληστία των χωρικών και των απλοϊκών ανθρώπων..." Σελ. 113

"Κι ενώ δεν του 'λειπε η αβροφροσύνη κι ήταν άνθρωπος ευχάριστος, και μάλιστα καλοδιάθετος κι ανοιχτόκαρδος όπως όλοι οι επιπόλαιοι χαρακτήρες, αντιμετώπιζε τη ζωή με νωθρότητα κι ανευθυνότητα..." Σελ. 117

"Δούλευε σαν έμβολο, σκληρή κι αναίσθητη, σπάζοντας μια μια τις μέρες, χωρίς να σταματάει." Σελ. 119

"Μ' αρέσουν αυτά τα δρομάκια σε πόλεις ξένες, αυτή η βρόμικη αγορά των παθών, αυτοί οι στοιβαγμένοι μισοκρυμμένοι πειρασμοί για τους ναύτες, που γυρίζοντας από ατέλειωτες νύχτες μοναξιάς σε θάλασσες μακρινές κι επικίνδυνες, έρχονται εδώ και λαχταρούν να ζήσουν σε μια ώρα μέσα τα αμέτρητα φιλήδονα όνειρά τους." Σελ. 155

"Εκείνη είχε κολλήσει το κορμί της στο δικό μου, τριβόταν πάνω μου χυδαία, την ένιωθα να τρέμει από τη βρόμικη ηδονή της προσποίησης." Σελ. 164

"Ο κόσμος δεν τελειώνει ποτέ, έχει αμέτρητα να διηγηθεί, ακόμα και στην πιο βρόμικη γωνιά του βράζει από εμπειρίες ζωής, αστραφτερές· όπως λάμπουν οι χρυσόμυγες πάνω στα σκουπίδια και στη σαπίλα." Σελ. 168

'Μόνο ο μύθος των Ατρείδων, με το συντριπτικό του βάρος, με το σκοτεινό βαρβαρικό φως του, έχει να επιδείξει πρόσωπα τόσο τραγικά, τόσο παράφορα, τόσο παράτολμα κι επικίνδυνα." Σελ. 189

"Όπως με τον Ζίλ ντε Ραί, όπως μ' όλους τους τρανούς αριστοκράτες εγκληματίες του Μεσαίωνα, όπως ίσως και με τους ισχυρούς των νεότερων χρόνων, πάντα ένας από την κάθε γενιά την πληρώνει για όλους, έναν διαλέγει το κράτος, η κοσμική εξουσία, για να τον τιμωρήσει παραδειγματικά." Σελ. 193

"Κι ας προειδοποιεί επίμονα ο Τολστόι πως όλοι πρέπει όταν πατάνε τα εξήντα ν' αρχίσουν να κρύβονται..." Σελ. 201

"...ταξιδιώτης κατ' ανάγκην, με τις βαλίτσες του, χωρίς τα βιβλία του, με τα χαρτιά του σκόρπια να κουβαλιούνται πότε εδώ πότε εκεί." Σελ. 202

12 Οκτωβρίου 2014

The Love Parade, του Ernst Lubitsch










So Long, Silver Screen του Blutch

Στην ελεύθερη σύνθεση του Blutch, ένας μεσήλικας σινεφίλ (;), κινηματογραφιστής (;), ο ίδιος ο Blutch, μπουρδουκλώνει ιδέες, αναμνήσεις, θεωρίες για τον κινηματογράφο. Μερικές φαίνονται ξεπερασμένες. Όπως η θέση της γυναίκας στο σινεμά, που τελειώνει με την σκληρή προσωπογραφία μιας γερασμένης Denueve. Ή το αν το σινεμά είναι τέχνη ή βιομηχανικό πολιτιστικό προϊόν. Εδώ ο Blutch ξεχνάει το μέσο του. Μερικές είναι πικρόχολες. To  Ciné-Club du Quartier Latin φτιάχτηκε για να πηδήξουν. Οικοδόμοι χλευάζουν τον σινεφίλ ως τέτοιον. Υπάρχει ένα αφιέρωμα, με βινιέτες, στον Visconti. Εμφανίζεται ο Welles. Έχουμε αναφορά σε τρεις ταινίες του Bunuel. Ο Godard, σε μια ερειπωμένη βιομηχανική εγκατάσταση, ψαρεύει από μια λίμνη. Κάθε φορά, βγάζει κι από ένα όμορφο ψάρι, που σαπίζει στην στιγμή. Αυτό που λατρεύει ο ήρωας, και κατ' επέκταση κι ο Blutch, είναι οι ηθοποιοί. Οι καλύτερες στιγμές του βιβλίου είναι αφιερωμένες στον Michel Piccoli και - κυρίως - στον Burt Lancaster.








6 Οκτωβρίου 2014

Little Caesar, του Mervyn LeRoy



Ο Νεκρός, του Georges Bataille


"Στον πυρετό της αγωνίας της, αφουγκράστηκε ανασαίνοντας στα δάκτυλά της τα γενετικά μέρη που μύριζαν φύκια." Σελ.12

"Άρρωστη, θεόληπτη, η Μαρία έμοιαζε ευτυχισμένη· χαμογέλασε δίχως ν' ανοίξει τα μάτια. Μια ανυπόφορη χαρά την πήγαινε σ' έναν απέραντο ουρανό, όπου μαύρα σύννεφα ανέδιδαν μια γήινη ζέστη." Σελ. 29

"Κοίταζε σαν θεόπνευστη, αν και εξαθλιωμένη." Σελ. 37

"Η αργή τέλεση της σκηνής θύμιζε σφαγή χοίρου ή ταφή θεού" Σελ. 47

"Η Μαρία, στη λύσσα της, ένιωθε σύμφωνη με τον ήλιο." Σελ. 54

"Η αλήθεια, νομίζω, δεν έχει παρά ένα μόνο πρόσωπο: της βίαιης διάψευσης." Σελ. 68

"...ότι η φρίκη, το κάλλος, το μεγαλείο και η αηδία αθροίζονται και συμφιλιώνονται, ότι ο θάνατος, η ηδονή και το κάλλος ανταμώνουν, ή μάλλον χάνονται μέσα στο χαμόγελο που κανείς δεν θα ξεχωρίσει ποτέ από το αναφιλητό. Μα θα μπορούσε να υπάρχει, άραγε, σ' ένα χαμόγελο, αυτός ο κυκεώνας που κρύβει το αναφιλητό;" Σελ. 70

Julio Cortázar

Όταν βρω χρόνο, ή τον κατάλληλο, παιχνιδιάρικο, τρόπο, θα κάτσω να αντιγράψω όσα με ενθουσίασαν στα δύο βιβλία του Κορτάσαρ: Το Κουτσό και Το βιβλίο του Μανουέλ.